Πληροφορίες

Η Φωτό Μου
ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ART-ACT SFAELOU 3. 11522 ATHENS GREECE CONTEMPORARY ART INSTITUTE ART-ACT SFAELOU 3. 11522 ATHENS GREECE THE CONTEMPORARY ART INSTITUTE ART-ACT SFAELOU 3. 11522 ATHENS GREECE, COLLECTED AND COLLATED INFORMATION (Media) FOR THE WORK OF VISUAL ARTISTS GRADUATES AND STUDENTS OF THE SCHOOL OF FINE ARTS. PURPOSE IS AN ARCHIVE OF RESEARCH AND STUDY. IF YOU ARE INTERESTED SEND POSTAL (NOT REGISTERED, COURIER, WEBSITES, E-MAIL) WHAT YOU THINK YOU HOW TO (BIOGRAPHY, PUBLICATIONS, DOCUMENTS, PHOTOS PROJECTS, DVD, CD-R, LISTS OF REPORTS, etc.). THE MATERIALS WILL NOT BE RETURNED. CHRISTOS THEOFILIS PHONE NUMBER.: 6974540581 ADDRESS .: ART-ACT SFAELOU 3. 11522 ATHENS GREECE ART-CRITIC,CURATOR OF ART EXHIBITIONS,PERMANENT PARTNER OF THE NEWSPAPERS http://www.avgi.GR http://www.kte.gr/ JOURNAL INVESTOR -CULTURE http://www.xronos.gr / http://www.ihodimoprasion.gr/ http://www.edromos.gr/ MAGAZINE INFORMER

Οκτάβιος και Μέλπω Μερλιέ

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2008

Η γενιά της κατοχής / του Δημήτρη Νιάνια 21-12-2007

Αναδημοσίευση από τη «Νέα Πολιτική» με άδεια της διεύθυνσης του περιοδικού



Ίσως η τελευταία σημαντική γενιά που παρήγαγε η νεότερη Ελλάδα να υπήρξε η «γενιά της κατοχής», δηλαδή η γενιά που έζησε στην εφηβεία της τα τραγικά γεγονότα της περιόδου 1936-1946 και προσδιορίσθηκε απ' αυτά, αποκτώντας μία καθοριστική συλλογική εμπειρία.



Χρονολογικά, τα μέλη της γενιάς αυτής γεννήθηκαν μεταξύ των ετών 1920 και 1925, δηλαδή μεταξύ της μικρασιατικής εκστρατείας και της δικτατορίας του Παγκάλου. Το εξαιρετικό μεσοπολεμικό εκπαιδευτικό σύστημα, προϊόν των μεταρρυθμίσεων της βενιζελικής περιόδου, διαμόρφωσε προσωπικότητες με βαθειά παιδεία και ήθος. Οι πρώτες συνειδητοποιημένες εμπειρίες και η φάση της κοινωνικοποίησης και πολιτικοποίησης της γενιάς τοποθετούνται στην περίοδο της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου.



Η καθοριστική εμπειρία υπήρξε το σαράντα, η γερμανική εισβολή και η κατοχή. Στην κατοχή, τα περισσότερα μέλη της γενιάς της κατοχής συμμετείχαν στο μαζικό αντιστασιακό κίνημα, είτε στα πλαίσια του ΕΑΜ είτε στα πλαίσια άλλων οργανώσεων, όπως η «ιερά ταξιαρχία». Υπήρξαν πολλά θύματα, με επιφανέστερο τον φοιτητή Κίτσο Μαλτέζο.



Μετά την απελευθέρωση, οι μηχανισμοί συνοχής της γενιάς της κατοχής διαλύθηκαν.



Μεγάλο μέρος των μελών της εγκατέλειψε την Ελλάδα για το εξωτερικό (μία μεγάλη ομάδα εκλεκτών νέων αυτής της γενιάς έφυγε με το οπλιταγωγό «Ματαρόα», με υποτροφίες του γαλλικού κράτους, για ανώτερες σπουδές στο Παρίσι. Πολλοί απ' αυτούς ήσαν εκτεθειμένοι πολιτικά με την αριστερά και κινδύνευαν, διότι στην Ελλάδα άρχιζε εποχή εμφυλιοπολεμικών διώξεων και αλληλοσφαγής).



Ένα άλλο μέρος έμεινε, άλλοι στρατεύθηκαν και πολέμησαν στον εμφύλιο, πολλοί εκ των αριστερών φυλακίσθηκαν και υπέστησαν τις συνέπειες της πολιτικής τους ένταξης.



Από την γενιά αυτή αναδείχθηκαν κορυφαίες προσωπικότητες, όπως (ενδεικτικά) ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ο Κώστας Παπαϊωάννου, η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, ο Ιάννης Ξενάκης, ο αρχιτέκτων Κανδύλης και όλοι οι σπουδαίοι Έλληνες που διέπρεψαν στο μεταπολεμικό Παρίσι, ενώ στην Ελλάδα κορυφαίοι διανοούμενοι και λογοτέχνες αυτής της γενιάς υπήρξαν ο Ρένος Αποστολίδης, ο Νάνος Βαλαωρίτης, ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, ο Μανώλης Αναγνωστάκης, η Κική Δημουλά και πολλοί ακόμη.



Εμβληματικός καλλιτέχνης αυτής της γενιάς είναι ο Μίκης Θεοδωράκης. Παρά τις διαφορές και την έντονη ιδιοτυπία των διανοουμένων και καλλιτεχνών της γενιάς της κατοχής, κοινά χαρακτηριστικά όλων υπήρξαν η ανεξαρτησία του πνεύματος, η εντιμότητα, η εξαιρετική παιδεία, η υψηλού επιπέδου χρήση της γλώσσας, ο πατριωτισμός.



Ένα ενδιαφέρον ζήτημα είναι ο πολιτικός προσανατολισμός αυτής της γενιάς.



Οι κυριότεροι διανοούμενοι αυτής της γενιάς υπήρξαν σημαντικότατοι αντίπαλοι του μαρξισμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο, είτε ήσαν, ως νέοι, αντιμαρξιστές είτε -και κυρίως- είχαν υπάρξει μέλη του ΕΑΜ. Στην Γαλλία, π.χ., τον παραδοσιακό μαρξισμό αποδόμησαν θεωρητικά οι Καστοριάδης και Παπαϊωάννου, επί κατοχής αμφότεροι μέλη οργανώσεων μαρξιστικού προσανατολισμού.



Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο είναι η αποτυχία της γενιάς αυτής να συγκροτηθεί σε σώμα και να διαδραματίσει συλλογικά πολιτικό ρόλο, όπως π.χ. η «γενιά του πολυτεχνείου». Μετά την απελευθέρωση, η γενιά αυτή έγινε πανσπερμία, μεγάλο μέρος της ξενιτεύτηκε, όσοι έμειναν στην Ελλάδα ή περιθωριοποιήθηκαν ή συμβιβάστηκαν με τον παλαιοκομματισμό, που παλινορθώθηκε με τις εκλογές του 1946.



Τα ριζοσπαστικά και αναμορφωτικά όνειρα εξαφανίστηκαν στο θολό μετεμφυλιακό τοπίο. Ένα μέρος της γενιάς της κατοχής στράφηκε σε επαναστατική κατεύθυνση. Ήσαν αξιόλογοι άνθρωποι, αλλά πίστεψαν ότι μία στρατιωτική παρέμβαση τύπου Γουδί θα μπορούσε να τους φέρει στην εξουσία, προκειμένου να πραγματοποιήσουν τον ριζικό μετασχηματισμό, που θα ήταν η απάντηση στην νεοελληνική παρακμή.



Διαψεύσθηκαν οικτρά όταν, αντί για μία επανάσταση τύπου 1909, βρέθηκαν να υπηρετούν μία τριτοκοσμική δικτατορία, που οδήγησε την χώρα στην καταστροφή. Λίγοι ήσαν αυτοί πού είχαν την υπομονή να περιμένουν. Ο Αναστάσης Πεπονής, ο Γεώργιος-Αλέξανδρος Μαγκάκης και μερικοί ακόμη, που δεν εξετέθησαν στην πολιτική προδικτατορικά, συμπεριελήφθησαν στο νεοπαγές ΠΑΣΟΚ (Ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν ηλικιακά, αλλά όχι οργανικά μέλος της γενιάς της κατοχής, αφού εγκατέλειψε την Ελλάδα πριν τον πόλεμο).



Στη «Νέα Δημοκρατία» πήγαν ακόμη λιγότεροι. Όλοι όμως διατήρησαν, στους πολιτικούς χώρους που εντάχθηκαν, την ιδιοτυπία τους, την ακεραιότητά τους, την αυτονομία τους και έμειναν μακριά από παλαιοκομματικά ήθη. Ένας από αυτούς, εκ των επιζώντων μιας θυελλώδους εποχής, ο καθηγητής της φιλοσοφίας (και υπουργός πολιτισμού των κυβερνήσεων του Κωνσταντίνου Καραμανλή) Δημήτριος Νιάνιας, αφηγείται στην «Νέα Πολιτική».



Νικόλας Γεωργιακώδης







Νικόλας Γεωργιακώδης (ΝΓ): Τα κίνητρα της αντίστασης κατά των κατακτητών πέρασαν μέσα από πολλές διαφοροποιήσεις. Θα θέλατε να μιλήσουμε για τα βασικά ηθικά και ιδεολογικά κίνητρα της αντίστασης και την έκβαση της προσπάθειάς της;



Δημήτριος Νιάνιας (ΔΝ): Ερώτημα δύσκολο και απαιτεί ανάλυση. Θα προσπαθήσω.



Ήταν χρόνια ηθικής και πολιτικής δοκιμασίας, κάτω από συνθήκες συνωμοτικότητας, έλλειψης ελεύθερου λόγου και γενικής υποψίας. Και ο εχθρός -οι Γερμανοί- ήταν παντού.



Η ανάπτυξη πολιτικής κοινωνίας και πολιτικών δυνάμεων, τόσο στο σύνολό τους όσο και για την κάθε πολιτική μερίδα χωριστά, ήταν δύσκολη. Παρ' όλα ταύτα ο αντιστασιακός άθλος ανελήφθη από ενιαία συνείδηση χρέους. Στο σύνολό της, δίνει την εικόνα πανστρατιάς.



Εξ αρχής λοιπόν πρέπει να τονισθεί ότι ήταν το ίδιο βασικό κίνητρο που εκίνησε τους νέους όλων των τάξεων και επιπέδων: φοιτητών, αγροτών, εργατών κ.ά. -η πατριωτική επιταγή. Δεν επρόκειτο περί κατασκευασμένης ιδεολογίας. Επρόκειτο για αρχέτυπο-κίνητρο ιστορικής ζωής, ενσωματωμένο στην ψυχολογική και κοινωνική σύσταση του Έλληνα.



Σήμερα βέβαια, ο πατριωτισμός έχει μπει στην αγορά των αμφισβητήσεων. Grosso modo, θεωρείται –μεταφράζεται- ειδικά ως «επιθετικός εθνικισμός» και είναι αρκετοί διανοούμενοι που προωθούν την ερμηνεία αυτή ως μέρος μιας ιδεολογίας. Η ρητορική της αμφισβήτησης ασκεί γόητρο -επίσης διότι ο «πατήρ» Γκράμσι (Gramsci) συμβουλεύει τη μεταφορά του κοινωνικού αγώνα από τα μέτωπα της ανοιχτής κοινωνικής πάλης και σύγκρουσης, στον χώρο της εννοιολογικής και ρητορικής υπονόμευσης του υποτιθέμενου «εχθρού» -του πατριωτισμού.



Με αυτή την εξίσωση «πατριωτισμού»-«εθνικισμού» δημιουργείται γενικότερα το πλαίσιο προώθησης της παγκοσμιοποίησης -που απεχθάνεται ως διαβολικά εμπόδια τις εθνικές ομάδες, τα εθνικά κράτη, που σημαίνουν εθνικά σύνορα, εθνικές αγορές όσο και εθνικές συνειδήσεις, που προκαλούν διασπάσεις της επιδιωκόμενης ενιαίας καταναλωτικής αγοράς -της ρυθμιζόμενης καταλλήλως- σε «επιτόπια παζάρια» επιτοπίως ελεγχομένων πολιτικών δυνάμεων.



Η μεταεννοιολόγηση του πατριωτισμού ως «επιθετικού εθνικισμού», είναι μεν ανιστορική, αλλά ιδίως διευκολύνει μεταβολές στη συνοχή των εθνικών συνειδήσεων και ως εκ τούτου είναι άκρως επωφελής στον μέγα κόσμο της ελεύθερης οικονομίας.



ΝΓ: Ποιες ήταν οι βαθύτερες καθώς και οι πιο συγκεκριμένες συνθήκες της ομόθυμης συστράτευσης των νέων κατά την κατοχή;



ΔΝ: Τα αίτια αυτά, ήταν προϊόντα του ίδιου πολιτικού κόσμου και των ίδιων πολιτικών βλέψεων. Οι βασικές τραυματικές εμπειρίες είχαν σχηματισθεί σε μια παλαιότερη εποχή (1920-1930) και σε μια νεότερη (1930-1940) και προδιέγραψαν τον τρόπο που θα βλέπαμε από την νηπιακή μας ακόμα ηλικία, το περιβάλλον μας, θα νιώθαμε τον άνθρωπο ως κοινωνική ύπαρξη και θα αντιμετωπίζαμε ψυχολογικά και λογικά τα γεγονότα της ζωής.



Η πρώτη διαμορφωτική εμπειρία ήρθε από την συντριπτική καταστροφή της Μικράς Ασίας.



Σε πολλούς από εμάς που ζούσαμε στα νησιά απέναντι από την Σμύρνη, την Πέργαμο, την Φώκαια, τις Κυδωνίες, η καταστροφή τους ήταν αισθητή -εντονότερη απ' όπου αλλού.



Η τραγωδία ήταν ορατή -απτή, πυρωμένο σίδερο που σφράγισε την συνείδησή μας. Ήταν κάτι περισσότερο από άκουσμα. Τους δρόμους είχαν πλημμυρίσει χιλιάδες ανάπηροι, ρακένδυτοι, περιφερόμενοι, ζητώντας λίγο ψωμί ή έναν οβολό, παιδιά, γέροι, γυναίκες σε απελπισία. Ικέτευαν για ψωμί, ένα σκέπασμα, ένα παιδικό πουκάμισο. Είναι γνωστά σε όλους.



Αργότερα είδα πόσο οι συμφοιτητές μου, απ' όλα τα μέρη της Ελλάδας και της Κύπρου, είχαν μέσα τους την ίδια πείρα, της απώλειας: εθνικού χώρου και καταστροφής ολοκλήρων κοινωνιών. Αυτή ήταν η πρώτη, οριστική εγγραφή στην αδιάπλαστη συνείδησή μας.



Μας συνόδευσε ως κίνητρο δράσης στην μετέπειτα εθνική και πολιτική ζωή.



Η δεύτερη εμπειρία ήταν άλλης ποιότητας. Είχε εσωτερική κατασκευή -γέννημα της πολιτικής- και ήταν συγκλονιστικότερη. Ήταν πρωτοφανής και πρωτάκουστος η πράξη που μας την προξένησε: ένα κοινοβούλιο, ελληνικό και δημοκρατικό, μετά συζήτηση και ψήφο, εκήρυξε εκτός νόμου το φρόνημα και το δικαίωμα πολιτικής οργάνωσης μιας νεαρής πολιτικής παράταξης, που συνέβαινε να είναι παράταξη των πιο φτωχών τάξεων -«των ταπεινών και καταφρονεμένων»- εργατών όλων των κατηγοριών απόκληρων. Ήταν ο διαβόητος «ιδιώνυμος νόμος» του 1929, η ντροπή της δημοκρατίας -διεθνώς.



Οι διώξεις -που είχαν ήδη μια προϊστορία- έφθασαν ως τα τελευταία χωριά του Αιγαίου, της Μακεδονίας, της Θράκης, σ' όλη την Ελλάδα.



Τότε κρύφθηκαν στους κόρφους των μαθητών τα βιβλία του Βάρναλη, του Κορνάρου, κ.ά. Παρανομία: τότε γεννήθηκε συστηματοποιημένη. Τα μικρά νησιά γέμισαν από εξόριστους. Και όταν, μετά 10-12 χρόνια, άνοιξαν οι φυλακές, πήραν τα βουνά (1941). Το «δημοκρατικό ιδιώνυμο» είχε ήδη δημιουργήσει μια στρατιά ανθρώπων αποφασισμένων να υπερασπίσουν τις θέσεις τους και να αξιοποιήσουν το σύστημα συσπείρωσης που κατόρθωσαν, με απίστευτη ευφυΐα, να δημιουργήσουν έγκλειστοι στις φυλακές.



Στις φυλακές του Ναυπλίου είχε επιζήσει μικρός αριθμός. Ερχόταν η ώρα τους. Η αντίσταση θα γινόταν μέρος της γενικής τους στρατηγικής, μολονότι στις τάξεις της επέρασαν νέοι, όχι κατ' ανάγκην ομοϊδεάτες αλλά με πρώτο κίνητρο τον πατριωτισμό.



Έτσι, κοντά στον «εθνικό διχασμό», ο ίδιος στο σύνολό του κόσμος, εξαπέλυσε τον κοινωνικό διχασμό. Η διεθνής συγκυρία -διεθνείς πόλεμοι και φασιστική εισβολή- ενίσχυσαν τις επιδιώξεις τους.



ΝΓ: Αυτές οι πρώτες εμπειρίες συναντιόνταν στο να οργανωθεί η αντίσταση, μεταξύ των άλλων και ως έκφραση μιας νέας προσπάθειας ανασυγκρότησης του κράτους και της κοινωνίας;



ΔΝ: Το βασικό ήταν ότι οι όροι της πανελλήνιας αντίστασης κατά των κατακτητών στο σύνολό της ενέκλειαν την δυνατότητα να μεταβληθεί σε «μεγάλη ευκαιρία» πολιτικής επικράτησης για έναν από τους μετόχους της. Και γρήγορα άρχισαν να διαφαίνονται τάσεις σε βουνά και πόλεις, αυτής της επιδίωξης.



Ένας νέος διχασμός είχε εγκατασταθεί. Το κοινωνικό όμως αίτημα δεν μπορούσε να επικρατήσει επάνω στο εθνικό. Όπως και δεν έγινε αυτό ούτε στην Γαλλία, ούτε στην Ιταλία. Λάθος επιλογή, λάθος στον χρόνο, στο φρόνημα, στις παρατεταγμένες δυνάμεις και στα όπλα τους, στις διεθνείς συγκυρίες και στη συμμαχική υποστήριξη.



Έτσι, ο κοινωνικός διχασμός δεν αντιμετωπίσθηκε ούτε δυναμικά, ούτε ιδεολογικά. Αντίθετα, όταν μέσα από την αρχική πρόθεση (1941-44) μετεβλήθη αργότερα (1946-49) σε επιδίωξη μέσω ένοπλου «δημοκρατικού στρατού», η λύση απέτυχε. Εξ άλλου, ο εθνικός διχασμός έσπρωχνε σε ασυνεννοησία τις αστικές πολιτικές δυνάμεις, των οποίων, πάντως, ο πατριωτισμός δεν μπορούσε να αγνοηθεί. Αλλά ο διχασμός, διχασμός!



Η μεταβολή στο όλο τοπίο εξελισσόταν γρήγορα την περίοδο της κατοχής. Και όταν οι επιχειρήσεις εκκαθάρισης αντιπάλων -ή πιθανών αντιπάλων- μεταφέρθηκαν στα μετόπισθεν, στις πόλεις, υπήρξε ένδειξη ότι ένοπλη σύρραξη επέρχεται. Η αντίσταση οριστικοποιεί τα δικά της μέτωπα στα βουνά και τις πόλεις. Τώρα, η ετικέτα «προδοσία» μπορούσε να επικολληθεί παντού: σε ομάδες, σε στελέχη όλων των ιδεολογιών ανεξαιρέτως κομμάτων, σε ενέργειες, καταστάσεις ακόμα και σε υψηλόβαθμα στρατιωτικά πρόσωπα.



Και αυτό έγινε ευκολότερο όταν οι Γερμανοί βρήκαν εύκολα σύμμαχους μέσα στις λαϊκές τάξεις της κακουχίας, της υπαίθρου και των Αθηνών. Αλλά η μεγάλη καμπή σημειώθηκε στην μετα-αντιστασιακή περίοδο. Και ήταν η προέκταση στον μετασχηματισμό του «δημοκρατικού στρατού», που διακηρύχθηκε ανοικτά ως κομματική πρωτοβουλία.



Αυτό επιβεβαίωσε την αρχική εκτίμηση για το αριστερό κίνημα και τις αρχικές αντστασιακές του προθέσεις. Οι νέοι, πάντως, εξακολουθούσαν να προσέρχονται στα πεδία της θυσίας, να πιστεύουν σε κάποιο όραμα -πολιτικά νόμιμο και ευεργετικό- το οποίο συγκινούσε, κάτω από το σκότος και πέρα από τον κοινό στόχο της πάλης κατά των ξένων. Να πιστεύουν ακόμα στην αξιοποίηση των θυσιών τους στην Αλβανία και αλλού, στην στρατηγική σημασία της μάχης της Κρήτης και στις αναμενόμενες επιτυχίες της ελληνικής διπλωματίας.



Η στάση του πολιτικού αστικού κόσμου, μέσα στη μεγάλη χοάνη του αντιστασιακού πατριωτισμού, είχε ελάχιστη πραγματική δύναμη ή απήχηση. Ο παλαιός εθνικός διχασμός -που ήταν γέννημά του- φαίνεται να παίζει ρόλο στους υπολογισμούς του. Αλλά η νεολαία οιασδήποτε παράταξης ήταν μακριά του. Ένα σχήμα ανανεωμένης προσέγγισης είχε προτείνει ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Αλλά δεν ήταν πια η ώρα για να ακουσθεί.



Ο χάρτης μιας επερχόμενης αντιπαράθεσης είχε σχηματισθεί, πολύ πριν λήξει η περίοδος της αντίστασης κατά των ξένων, δηλαδή προ του 1944. Στο τραπέζι των αποφάσεων των αστικών κομμάτων έπαιζε επίσης ρόλο το χαρτί των προσωπικών προκαταλήψεων, αναμνήσεων και αντιπαθειών.



Ένα παράδειγμα (εκ προσωπικής μου πείρας): ο Καφαντάρης δεν ήθελε ούτε ζωγραφιστό τον Γεώργιο Παπανδρέου, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε δραπετεύσει στην Αίγυπτο, οργάνωσε έναν τύπο συνένωσης πολιτικών και στρατιωτικών δυνάμεων στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Είχε προηγουμένως αποστείλει μια μακρά, πλατειάς όρασης έκθεση στο συμμαχικό στρατηγείο, για λύση των αδιεξόδων της αντίστασης και συγκρότησης της μεταπολεμικής-ελεύθερης πολιτικής ζωής.



Η συμφωνία του Λιβάνου φάνηκε να υποτάσσει τα προσωπικά πολιτικά συμφέροντα στο εθνικό συμφέρον, και όλα τα στρατιωτικά τμήματα στο κοινό συμμαχικό στρατηγείο (Καζέρτα). Έτσι, η ώρα της επίσημης αναγνώρισης από τη συμμαχία της συμβολής και χρησιμότητας κάθε μιας από τις ένοπλες αντιστασιακές οργανώσεις είχε φθάσει.



Μέσα σ' αυτήν και οι αντιστασιακές οργανώσεις της πόλης αποκτούσαν ένα ηθικό όπλο και σαφή σκοπό. Και, όπως απεδείχθη, και διπλωματική αξία για τις δυσκολίες των συνθηκών της απελευθέρωσης. Υπήχθησαν και αυτές στο γενικό στρατηγείο -όπως κι εκείνες των βουνών- και τους ανετέθη κανονική στρατιωτική αποστολή, κατά τις θεοσκότεινες νύχτες της εκκένωσης των Αθηνών (Οκτώβριος 1944).



Οι οργανώσεις αντίστασης των Αθηνών ήταν πολλές. Η σύγκρουση μεταξύ τους απεδείχθη αναπόφευκτη -κάτω, ιδίως, από συνθήκες υπόγειας αντίστασης και υποχθόνιας υπονόμευσης. Δεν υπήρξε βέβαια ποτέ πλήρης και πειστική περιγραφή των συνθηκών σύγκρουσης, ούτε αντικειμενική επιδίκαση ευθυνών.



Οργανώσεις, πάντως, όπως «πανελλήνιος ένσωσις αγωνιζομένων νέων» (ΠΕΑΝ), «ιερή ταξιαρχία», ΡΑΝ και ΕΣΑΣ, δεν μετείχαν στον «εμφύλιο της πόλης» ενώ οι συγκρούσεις των «δεκεμβριανών» λογαριάστηκαν ως παραβίαση των δεσμεύσεων που επέβαλλε στρατιωτικώς η «Καζέρτα» και πολιτικώς η Γιάλτα.



Οι δύο πρώτες αντιστασιακές οργανώσεις (ΠΕΑΝ και «ιερή ταξιαρχία») ήταν αποκλειστικώς δημιουργήματα του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, ενώ στις άλλες δύο τα κύρια στελέχη ανήκαν συχνά στους φίλους του. Η ενωτική ιδεολογία του αξέχαστου καθηγητή συγκινούσε τους νέους και μία μικρή έκδοση με τίτλο «Θα σας πω την αλήθεια» τους είχε συναρπάσει.



Βέβαια, κοινό χαρακτηριστικό όλων των αθηναϊκών σχηματισμών ήταν τα άνετα περιθώρια στα οποία μπορούσαν να κινηθούν τα μέλη τους σε άλλες συγγενείς οργανώσεις. Και ο ρόλος τους ήταν κυρίως η στήριξη του ηθικού του πληθυσμού με παράνομο τύπο, διακηρύξεις, τοιχοκολλήσεις αντιστασιακών μηνυμάτων και συνθημάτων -το σύστημα είχε τεράστια επιτυχία.



Ο τίτλος της ΡΑΝ (Ρωμυλία, Αυλών, Νήσοι) μιλούσε για την επιδίωξη της πολιτικής της -και μετά τον εξοπλισμό της από τους συμμάχους, πριν από την αποχώρηση των Γερμανών (θέρος του 1944), της είχε ανατεθεί ο ρόλος της διαφύλαξης της τάξης, όπως είπαμε, στις αινιγματικές εκείνες νύχτες της αποχώρησης των Γερμανών. Ο οπλισμός παρεδόθη στο κράτος και οι νέοι της, ήρεμοι, όπως και τα μέλη του «ιερού λόχου» της Ηπείρου, που ήταν δημιούργημα του ΕΣΑΣ και της «ιερής ταξιαρχίας», επέστρεψαν στις δουλειές τους.



ΝΓ: Ποια ήταν η κατάληξη της όλης αντίστασης;



ΔΝ: Ως προς τους νέους: αυτοί εκπλήρωσαν το τίμημα μιας αδιέξοδης εθνικής αντίστασης, η οποία τελικά εις ουδέν επέτυχε. Οι δε χιλιάδες νεκροί της προστέθηκαν σ' εκείνους της Αλβανίας, που επίσης δεν βρήκαν δικαίωση.



Η δεκαετία 1940-50, γεννημένη στο αίμα, πήγε ιστορικά τελείως χαμένη. Μέσα σ' αυτήν την σκοτεινή εικόνα των 30-35 ετών, ψυχώσεις, συμφέροντα, βλέψεις, παροξυσμοί έκαναν τις επιλογές τους. Ανακήρυξαν μάρτυρες, ήρωες, κατέταξαν «προοδευτικούς» και «συντηρητικούς» και εξακολουθούν να στήνουν ανδριάντες, ηρώα, μνημεία, που μιλούν συνήθως διαφορετική γλώσσα.



Στο επίπεδο της δημόσιας ζωής -εθνικής και πολιτικής- τα αποτελέσματα ήταν: η απώλεια του κλίματος διαλόγου μεταξύ ιδεολογιών. Η απώλεια της ειρηνικής ανανέωσης της πανεπιστημιακής και κοινοβουλευτικής ζωής και της ριζικής αναβάθμισης των οικονομικών του κράτους και της κοινωνίας και η καταβολή τόσου αίματος χυμένου εις μάτην και ουδέποτε αξιοποιηθέντος -από κανέναν.



ΝΓ: Σε όλη αυτή την διαδρομή 60-70 ετών, ο στρατός έπαιξε ιδιαίτερο ρόλο. Θα θέλαμε ένα σχόλιό σας.



ΔΝ: Το χαρτί του στρατού θα χρησιμοποιηθεί ποικιλοτρόπως στον πολιτικό ανταγωνισμό επί 60 χρόνια, έως το 1974. Η μεταβολή του ρόλου του και η δράση του στους εσωτερικούς πολιτικούς ανταγωνισμούς, μονιμοποιεί την σύρραξη μεταξύ δύο πολιτικών παρατάξεων.

Η κατάσταση αρχίζει με την δημιουργία του κράτους της Θεσσαλονίκης (1916). Θα ενισχυθεί από την δύναμη που θα αποκτήσει με την συμμετοχή του στον Α' παγκόσμιο πόλεμο.



Ο διορισμός αρχιστρατήγων εμπιστοσύνης -για τους σχεδιασμούς της πολιτικής ηγεσίας- θα επιτείνει τη πολιτική «σταδιοδρομία» του στρατού στο σύνολό του. Η εκστρατεία στη Μικρά Ασία θα είναι ένα παράδειγμα.



Και ακολουθεί ο καταιγισμός των στρατιωτικών κινημάτων. Το κίνημα του 1922-23 των Πλαστήρα-Γονατά, η δικτατορία του Παγκάλου, τα κινήματα του 1933-35, η δυναμική επέμβαση του Κονδύλη (1935).



Η παράδοση αυτή διαπέρασε όλα τα χρόνια και έφθασε έως την δικτατορία των συνταγματαρχών (1967). Στο μεταξύ, τα πρόσωπα δύο μεγάλων στρατιωτών, του ναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη και του στρατηγού Αλεξάνδρου Παπάγου, κατέλαβαν τα ανώτατα αξιώματα: προέδρου δημοκρατίας και πρωθυπουργού, ενώ ο στρατηγός Ιωάννης Μεταξάς, διοργάνωσε τον στρατό που ενίκησε τους Ιταλούς.



Όχι ότι τα πράγματα από την άλλη πλευρά έτυχαν ικανών χειρισμών, παρά την συνδρομή ευνοϊκών γι' αυτήν περιστάσεων. Αποφάσεις και πρακτικές στον πολιτικό, στρατιωτικό και διπλωματικό τομέα της πολιτικής τους, στηρίζουν την άποψη αυτή. Στον πολιτικό τομέα, πολιτικοί αρχηγοί και στελέχη επιρροής κηρύσσονται -υπό καθεστώς εμφυλίου πολέμου- ιδεολογικά ύποπτοι και προδότες και αντικαθίστανται. Αλλά είναι κάτω από την εξουσία αυτών, που διεξήχθη ο αιματηρός αγώνας οκτώ ετών.



Στον στρατιωτικό τομέα, η τύχη των μονάδων και η διεξαγωγή των επιχειρήσεων από τάγματα, συντάγματα και μεραρχίες, παραδίδονται στις εμπνεύσεις και τις ικανότητες κατωτέρων στρατιωτικών στελεχών (μονίμων ή εφέδρων) και συχνά σε τυχαίους πολίτες, με μόνα εφόδια την αφοσίωση στο κόμμα και την αποδοχή τους ως πρόσωπα. Υπ' αυτές τις συνθήκες επρόκειτο να αντιμετωπισθεί ένας κρατικός στρατός οργανωμένος σε μεταφορές, διαβιβάσεις, εφοδιασμό, πολυβόλα, αεροπορία και με την πρακτική ανανέωσης και ηγεσίας μέχρι της τελικής αναθέσεώς της στου Α. Παπάγο;



Στον διπλωματικό τομέα η τραγική κατάσταση είναι χειρότερη: απέτυχε η πρόβλεψη της κινητοποίησης του ξένου παράγοντος –όπως και της αντίδρασης των δυτικών- της ουσιαστικής αρνητικής στάσης της ΕΣΣΔ, του παράγοντος της Γιουγκοσλαβίας και της απουσίας συνδρομής εξ άλλων χωρών -κατά το ισπανικό πρότυπο.



Τέλος, στο μετεμφυλιακό καθεστώς η αποτυχία έφθασε μέχρις απελπισίας στον χειρισμό των προσφύγων και στην διάθεση τους να παραμείνουν σε ξένες χώρες.



ΝΓ: Ένα τελικό συμπέρασμα;



ΔΝ: Μολονότι είμαι πρόθυμος να διορθώσω τις σκέψεις μου και να επανορθώσω λάθη συλλογιστικής, πρέπει να υποστηρίξω τα ακόλουθα: η αστική ελληνική δημοκρατία παρήγαγε δύο διχασμούς και αλυσίδα στρατιωτικών κινημάτων και απέτυχε παταγωδώς.



Ήταν η δημοκρατία που αναζητεί τα στρατιωτικά δεκανίκια. Εξάλλου, η σοσιαλιστική επιχείρηση δημιουργίας άλλου τύπου κράτους, παρήγαγε πόλεμο και ανανεωμένο διχασμό.



Η αποτυχία υπήρξε συγκλονιστική. Με αυτές τις μνήμες και τις εμπειρίες, κατά την μεταπολίτευση, και σε απόλυτα ελεύθερο πλαίσιο δημοκρατικής έκφρασης -που για πρώτη φορά στην νεότερη ελληνική ιστορία κατοχύρωσε την λειτουργία της δημοκρατίας- ανεδείχθη μια τρίτη πολιτική πρόταση, ένα νέο σχέδιο εξαγγελιών και προθέσεων. Το 1981 σάρωσε τον παραδοσιακό χώρο αριστεράς και δεξιάς.



Υπ' αυτές τις συνθήκες τώρα, αναζητούμε τρόπους επιβίωσης εντός ενός κόσμου μεταβαλλόμενου, αδίστακτου ανταγωνισμού δυνάμεων και διακρατικών ραδιουργιών.



--------------------------------------------------------------------------------
Ο Δημήτριος Νιάνιας είναι καθηγητής φιλοσοφίας, πρώην στέλεχος της «Νέας Δημοκρατίας», πρώην βουλευτής, ευρωβουλευτής και υπουργός
για την υπεράσπιση του Καστοριάδη

by Θ. 11:23am, Saturday March 8 2008
(Modified 11:27am, Saturday March 8 2008)
μια απάντηση του Γιώργου Οικονόμου σε όσα καταμαρτυρά ο Φ. Τερζάκης στον Καστοριάδη

(Δημοσιευμένο στο Αντί, 17/6/2005. Υπάρχει αναδημοσιευμένο σε ηλεκτρονική μορφή στο http://autonomyorbarbarism.blogspot.com , απ' όπου και το αντιγράφω. Εκεί θα βρείτε επίσης το λινκ για τη συνέχεια της απάντησης του Οικονόμου στον Τερζάκη που έχει δημοσιευθεί στο περιοδικό Νέα Κοινωνιολογία):
ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ


Για το βιβλίο του Φ. Τερζάκη,
Το πνεύμα στην εξορία, Παπαϊωάννου-Καστοριάδης-Αξελός
Έρασμος, Αθήνα, 2003, σ. 69

Το βιβλιαράκι αυτό του Φώτη Τερζάκη (εφεξής ΦΤ) έχει πολλά προβληματικά σημεία, τουλάχιστον όσον αφορά αυτά που γράφει για τον Καστοριάδη, τα οποία διακρίνονται από μια προσπάθεια υποτιμήσεως της αξίας και της προσφοράς του. Θα εξετάσουμε μόνο μερικά από αυτά λόγω περιορισμένου χώρου. Κατʼ αρχάς όσον αφορά αυτό που γράφει για την «εξαιρετικά αμφιλεγόμενη ρητορική υπεράσπισης του δυτικού πολιτισμού» εκ μέρους του Καστοριάδη (σ. 57). Σο σημείο αυτό ο ΦΤ έχει σύγχυση και δεν διακρίνει τι ακριβώς υπερασπίζεται ο Καστοριάδης απο τον ελληνο-δυτικό πολιτισμό. Πράγματι ο Καστοριάδης δεν τον υπερασπίζεται συλλήβδην, αλλά μόνο τις δημοκρατικές κατακτήσεις, ελευθερίες, και δικαιώματα, την κριτική σκέψη και αμφισβήτηση, την χειραφέτηση των γυναικών και της νεολαίας, τον χωρισμό εκκλησίας και κράτους, των οποίων δημιουργός και φορέας είναι αυτός ο πολιτισμός (ο όρος «αστικό» που χρησιμοποιεί ο ΦΤ δεν είναι του Καστοριάδη και δημιουργεί συγχύσεις, σ. 56). Με άλλα λόγια ο Καστοριάδης υπερασπίζεται το πρόταγμα της αυτονομίας και της δημοκρατίας, το οποίο δημιουργήθηκε εντός αυτού του πολιτισμού και σε κανέναν άλλον. Αντιθέτως καταγγέλλει την άλλη πλευρά του που είναι ο καπιταλισμός, ο ιμπεριαλισμός, η εκμετάλλευση, η καταπίεση, η αλλοτρίωση, η ψευδοορθολογικότητα, η κατανάλωση, η τηλεθέαση και η ιδιώτευση των ατόμων. Ό Καστοριάδης επίσης είναι ο πρώτος που καταγγέλλει τα σημερινά δυτικά πολιτεύματα - που αυτοχαρακτηρίζονται και θεωρούνται απο πολλούς δημοκρατίες - ως ουσιαστικές ολιγαρχίες. Αλήθεια τι γνώμη έχει επʼ αυτού ο ΦΤ, και γιατί αποφεύγει επιμελώς να τοποθετηθεί; Δεν υπερασπίζεται αυτές τις κατακτήσεις; Δεν συμφωνεί ότι τα πολιτεύματα αυτά είναι ολιγαρχίες;

Αναφέρεται ο ΦΤ στην «κατʼ ουσίαν δικαιολόγηση της αμερικανικής επέμβασης στο Ιράκ» (το 1991) εκ μέρους του Καστοριάδη (σ. 57), χωρίς πάλι να αναφέρει τις πηγές του. Προκαλώ τον ΦΤ να αναφέρει την πηγή του δημοσίως, αρκεί να μην συγχέει την αιτιολόγηση με την δικαιολόγηση- πράγμα που συμβαίνει πολύ συχνα με πολλούς νεοέλληνες.

Ο ΦΤ κάνει χρήση των διαισθητικών του ικανοτήτων και διαπιστώνει δήθεν στον Καστοριάδη, την τελευταία δεκαετία της ζωής του, «μια ορισμένη κόπωση, μιαν αδιόρατη απογοήτευση απέναντι στην παρούσα πραγματικότητα των δυτικών κοινωνιών...» (σ.59). Το γεγονός ότι ο Καστοριάδης διαπιστώνει την έκλειψη του προτάγματος της αυτονομίας, την φρενήρη εξάπλωση της κατανάλωσης και της τηλεθέασης, την γενικευμένη αδιαφορία των δυτικών κοινωνιών για τα κοινά, δεν σημαίνει ότι γίνεται «όλο και λιγότερο βέβαιος» για την πραγμάτωση του προτάγματος. Ουδέποτε ο Καστοριάδης έθεσε το ζήτημα της αυτονομίας με τους όρους που το θέτει ο ΦΤ – αισιόδοξος και απαισιόδοξος, βέβαιος και αβέβαιος- αλλά με τους όρους ʽδυνατόʼ και ʽαδύνατοʼ . δηλαδη το πρόταγμα της αυτονομίας είναι πάντοτε δυνατό για τον Καστοριάδη, και αυτο υπεστήριξε μέχρι το τέλος της ζωής του. Άλλωστε λίγους μήνες πριν τον θάνατό του σχεδίαζε μαζί με άλλους την έκδοση μιας εφημερίδας ή ενός περιοδικού, το οποίο δεν θα ήταν θεωρητικό όργανο, αλλά μια προσπάθεια διαυγάσεως και επεξεργασίας της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας των τελευταίων χρόνων, και σύνδεση της με την πραγματικότητα της εποχής του (το 1996).

Ούτε επίσης ο Καστοριάδης πίστευε ότι το πρόταγμα είναι «ουτοπικό», όπως υπαινίσσεται ο ΦΤ (σ.59), αλλά εφικτό και ρεαλιστικό απο την στιγμή που αυτό είναι δημιουργία της ελληνο-δυτικής ιστορίας, ανήκει στην παράδοσή μας, απο την στιγμή που υπήρξε μερική πραγμάτωσή του στην αρχαία δημοκρατία και τους Νέους Χρόνους με την Αναγέννηση, τον Διαφωτισμό, τις αστικές επαναστάσεις, όπως και τις νεώτερες μορφές του με το εργατικό κίνημα, τα κινήματα της δεκαετίας του ʼ60, το κίνημα των γυναικών, το οικολογικό κίνημα κλπ. Όλα αυτά άφησαν ανεξίτηλα σημάδια στους ανθρώπους και στους θεσμούς και ενσαρκώθηκαν σε δικαιώματα, ελευθερίες, χειραφετήσεις, ουσιαστικές συζητήσεις που παραμένουν ανοικτές και ζητούν τους συνεχιστές τους.

Το εγχείρημα υποτιμήσεως του Καστοριάδη εκ μέρους του ΦΤ περατούται με το «μείζον επιχείρημα» του, που είναι ορισμένες θέσεις του βιβλίου Μπροστά στον πόλεμο (1981). Όμως πάλι ο ΦΤ κατά την προσφιλή του μέθοδο δεν αναφέρει συγκεκριμένες θέσεις, παρά ομιλεί γενικώς και αορίστως περί διαψεύσεως των «στρατηγικών εκτιμήσεων» του Καστοριάδη (σ. 58). Όπως θέτει το ζήτημα ο ΦΤ, είναι ως να υπήρξαν άλλοι αναλυτές που επαληθεύθηκαν στις εκτιμήσεις τους, πράγμα που δεν ισχύει, αφού ουδείς αναλυτής, στοχαστής, πολιτικός ή άλλος επιστήμων προέβλεψε ή ανέμενε την εξέλιξη των γεγονότων στην πρώην ΕΣΣΔ, όχι μόνο το 1980 αλλά ούτε επίσης το 1985.

Αυτο όμως που είναι απαράδεκτο είναι η αυθαίρετη εικασία του ΦΤ, χωρίς τεκμηρίωση και στήριξη, ότι «τα στοιχεία που παραθέτει ο Καστοριάδης φωτογραφίζουν ακριβώς τις διεθνείς εκτιμήσεις του Πενταγώνου» και ότι «ο Καστοριάδης δεν αποκλείεται να επέτρεψε στον εαυτό του να χρησιμοποιήσει για τους δικούς του σκοπούς στοιχεία τα οποία άφηναν οι Αμερικανικές Υπηρεσίες να φθάσουν ως αυτόν, ελπίζοντας βεβαίως απο την δική τους πλευρά ότι θα μπορούσαν να τον χρησιμοποιήσουν» (σ.58). Κατʼ αρχήν τα στοιχεία που χρησιμοποίησε ο Καστοριάδης στο βιβλίο του δεν τα έλαβε απο τις Αμερικανικές Υπηρεσίες, αλλά απο επίσημες και ανεπίσημες έγκυρες διεθνείς δημόσιες πήγες, τις οποίες αναφέρει στο βιβλίο του ρητώς και αναλυτικώς- οι πάντες δύνανται να τις ελέγξουν-, και τις οποίες χρησιμοποίησαν και χρησιμοποιούν και άλλοι. Δεύτερον μπορεί να μας εξηγήσει ο ΦΤ πώς χρησιμοποίησαν οι Αμερικανοί τον Καστοριάδη, στο διάστημα ʼ81- ʼ91 και να δικαιολογήσει την «αθέμιτη συστράτευση» που του αποδίδει; Είναι λίγο δύσκολο εξάλλου να φαντασθούμε τις Αμερικάνικες Υπηρεσίες να ασχολούνται με τον Καστοριάδη, και με την διοχέτευση πλαστών πληροφοριών έτσι ώστε αυτές να φθάσουν σʼ αυτόν, ο οποίος να τις γράψει και εν συνεχεία... κ.λπ. Θυμίζει ολίγον τι σενάριο ψυχροπολεμικής ταινίας με τον πράκτορα 007, και φυσικά την περίφημη συνομωσιολογία των διεθνών υπηρεσιών, στην οποία αρκούντως με περισσή ευκολία επιδίδονται πολλοί νεοέλληνες.

Επι πλέον είναι γνωστό ότι ο Καστοριάδης απο πολύ νωρίς ασχολείται με την ανάλυση της ΕΣΣΔ ή Ρωσίας, ήδη από το 1949 στα κείμενα του στο Socialisme ou Barbarie, και κατά διαστήματα επανέρχεται, και της ασκεί παντοιοτρόπως κριτική. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Καστοριάδης είχε «φιλοδοξία να γίνει σύμβουλος της διεθνούς πολιτικής» (sic) όπως νομίζει ο ΦΤ (σ. 58), ούτε την δεκαετία ʼ50 και ʼ60 – που ουδεμία υπηρεσία ασχολείτο μαζί του ούτε επίσης περισσότερο την δεκαετία ʼ80. Απλώς ο Καστοριάδης θεωρεί ότι είναι έργο άξιο του φιλοσόφου να ασχολείται με την ανάλυση και διαύγαση της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας και όχι μόνο με τα αφηρημένα προβλήματα του είναι, της υπάρξεως ή της αλήθειας. Αν και μερικές φορές οι πολιτικές εκτιμήσεις δύνανται να διαψευσθούν, όπως άλλωστε έχει παραδεχθεί και ο ίδιος ο Καστοριάδης. Το πεδίο αυτο ασφαλώς δεν είναι εύκολο αλλά ο Καστοριάδης αναλαμβάνει το ρίσκο, εν αντιθέσει με άλλους στοχαστές που απέχουν σκανδαλωδώς όχι μόνο απο την πρακτική δράση αλλά και την πολιτική και κοινωνική ανάλυση, την κριτική των συγχρόνων πολιτευμάτων και πρακτικών (Σημειωτέον ότι ο Παπαϊωάννου απείχε απο αυτά, και ήταν στο αντίπαλο στρατόπεδο απο ό,τι ο Καστοριάδης). Ο Καστοριάδης δεν είναι ο θεωρητικός του γραφείου και ο ακαδημαϊκός φιλόσοφος του Πανεπιστημίου. Είναι ο στοχαστής που τοποθετείται απέναντι στα κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα που συγκλονίζουν την εποχή του, παίρνει θέση, αναλύει, μάχεται. Αυτή άλλωστε η ενασχόληση του Καστοριάδη με τα πολιτικά ζητήματα του έδωσε μια ιδιαίτερη θέση στην πνευματική και πολιτική ιστορία. Τέλος ας μην ξεχνάμε ότι ο αγώνας του Καστοριάδη θεωρητικός, πολιτικός και πρακτικός κατά του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού και ιμπεριαλισμού συνέβαλε σημαντικώς στην απαξίωση και την ιδεολογική και ηθική κατάρρευσή του.

Είναι εμφανές ότι εδώ ασχολούμαστε με τις απόψεις του ΦΤ που αφορούν τον Καστοριάδη μόνο, και όχι με άλλες απόψεις του, όπως λ.χ. το ότι φαίνεται να πιστεύει ότι κάθε «πολιτισμικός κόσμος» βαδίζει στα «ιστορικά πεπρωμένα του» (σ. 21). Η αντίληψη αυτή είναι ξεπερασμένη στην φιλοσοφία, την κοινωνιολογία και την πολιτική . δεν υπάρχει πεπρωμένο και μοίρα, απλώς οι πολιτισμοί αναδύονται, σχηματίζουν την ταυτότητά τους και... υπάρχουν. Το «πεπρωμένο» παραπέμπει σε κάποια τελεολογία, σε κάποια βούληση ή μοίρα, πρόνοια ή σχέδιο, προερχόμενα δήθεν απο την Φύσιν, τον Θεό, τον Λόγο ή τους «νόμους της ιστορίας». Παραθέτουμε λοιπόν, τελειώνοντας, ορισμένες ανακρίβειες και λάθη που υπάρχουν στο βιβλιαράκι του ΦΤ:

Ο Καστοριάδης κατά τον ΦΤ για «ένα μεγάλο διάστημα, στη Γαλλία πλέον, θα παρέμενε στην ακτίνα δράσης του επαναστατικού τροτσκισμού» (σ. 16). Η αλήθεια είναι ότι παρέμενε δύο περίπου έτη (1945-47) στο τροτσκιστικό κόμμα- δηλαδή στην ηλικία των είκοσι έξι (26) ετών αποχωρεί οριστικώς και διαρρηγνύει τις σχέσεις του με τον τροτσκισμό. Συνεπώς όταν εκδίδει το Socialisme ou Barbarie (1949) δεν συνδέεται με τον τροτσκισμό, όπως πιστεύει ο ΦΤ (σ.37).

Ο ΦΤ λέει ότι ο Καστοριάδης στα τέλη της δεκαετίας του ʼ60 διετύπωσε την κριτική του μαρξισμού ως «ιδεολογία της ετερονομίας» (σ. 19). Η αλήθεια είναι ότι η κριτική αυτή διατυπώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ʼ60. Το σχετικά κείμενα του Καστοριάδη είναι: «Το επαναστατικό κίνημα στον σύγχρονο καπιταλισμό» (1960), «Να ξαναρχίσουμε την επανάσταση» (1964), «Μαρξισμός και επαναστατική θεωρία» (1964-65). Βεβαίως η κριτική του Καστοριάδη όσον αφορά τις απόψεις του Μαρξ για την πολιτική και την οικονομία (Κεφάλαιο) χρονολογούνται απο την δεκαετία του ʼ50, όταν δηλ. άρχισε και η κριτική του Παπαϊωάννου.

Το περιοδικό Socialisme ou Barbarie, εκδιδόταν την περίοδο 1949 -1965 και όχι την περίοδο 1948-1966 που αναφέρει ο ΦΤ (σ. 37). Επίσης τα κείμενα του Καστοριάδη της περιόδου αυτής έχουν εκδοθεί όχι μόνο σε δύο (δίτομα) έργα, όπως αναφέρει ο ΦΤ (σ.43), αλλά και σε άλλα τέσσερα έργα: Σύγχρονος καπιταλισμός και επανάσταση (δύο τόμοι), Το περιεχόμενο του σοσιαλισμού, Η Γαλλική κοινωνία. Επίσης Η Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας εξεδόθη στα γαλλικά το 1975 και όχι το 1974 που γράφει ο ΦΤ - και στα ελληνικά το 1981 και όχι το 1978, όπως γράφει ο ΦΤ (σ. 46). Το βιβλίο Μπροστά στον πόλεμο δεν είναι δίτομο, όπως γράφει ο ΦΤ (σ. 57) αλλά μόνο ένας τόμος - δεύτερος δεν εκδόθηκε ποτέ.

Ο Ιάννης Ξενάκης δεν διέφυγε στην Γαλλία το 1945 με το πλοίο «Ματαρόα», όπως γράφει ο ΦΤ (σ. 10), αλλά δυό χρόνια αργότερα το 1947.

Τέλος ο ΦΤ γράφει ότι ο θάνατος του Καστοριάδη «έγινε δεκτός με προσποιητή συγκίνηση απʼ όλους, φίλους και εχθρούς, απο εκείνους που μοιράστηκαν μαζί του οράματα και σκοπούς...» (σ. 34). Αυτή η απόλυτη γενίκευση είναι βεβαίως μία υποκειμενική αυθαιρεσία, αστήρικτη και αδικαιολόγητη, και είναι επί πλέον μειωτική και υβριστική για τους φίλους, μαθητές και συνοδοιπόρους του μεγάλου φιλοσόφου και αγωνιστή, που πράγματι διαπιστώνουν με ολοένα και περισσότερη οδύνη την απουσία του σε αυτούς τους αφάνταστα δύσκολους και κίβδηλους καιρούς. Σε αυτά, συνεπώς, που γράφει ο ΦΤ για τον Καστοριάδη υποβόσκει αφʼ ενός μεν κάποια εμπάθεια - είναι ως να ενοχλείται που ο Καστοριάδης υπήρξε μεγάλος και επικίνδυνος στοχαστής και αφʼ έτέρου κάποια έπαρση, και προσπαθεί παντοίω τρόπω να τον μειώσει, να τον «αποκαθηλώσει», χωρίς στήριξη και επιχειρηματολογία.
http://autonomyorbarbarism.blogspot.com/2008/02/blog-post_8718.html
Πέθανε το πρωί της Παρασκευής, σε ηλικία 93 ετών, στην Αθήνα, όπου έζησε και έδρασε στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, ο πανεπιστημιακός, διανοούμενος και φιλέλληνας Ροζέ Μιλλιέξ. Το όνομά του είναι για την Ελλάδα άρρηκτα δεμένο με τον τόπο και τους ανθρώπους. Αγάπησε και θαύμασε τον ελληνικό λαό, την ελληνική Αντίσταση κατά των Γερμανών, αγωνίστηκε και αυτός μαζί, υποστήριξε τα δικαιώματα του κυπριακού λαού, έδωσε διαλέξεις και δημοσίευσε πολλά άρθρα για να κάνει γνωστή τη σύγχρονη Ελλάδα και να φέρει σε επαφή τον πνευματικό κόσμο της Γαλλίας και της Ελλάδας, σε εποχές δύσκολες για τη χώρα μας.
Την αγάπη του για τη χώρα μας απέδειξε τόσο από τη θέση του διευθυντή του Γαλλικού Ινστιτούτου στα χρόνια της Κατοχής στην Αθήνα, την αντιστασιακή του δράση κατά των Γερμανών κατακτητών, τη θέση του ως μορφωτικού ακολούθου της γαλλικής πρεσβείας στη Λευκωσία, όσο και από το γάμο του, το 1939, με τη συγγραφέα Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ, με την οποία απέκτησαν δύο παιδιά.
Γεννήθηκε το 1913 στην Αθήνα και σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Αιξ της Προβηγκίας και στη Σορβόννη. Το 1936 διορίστηκε καθηγητής της γαλλικής γλώσσας στο Γαλλικό Ινστιτούτο της Αθήνας.

Το 1941 ανέλαβε τη διεύθυνση του Γαλλικού Ινστιτούτου στην Αθήνα, τα χρόνια της Κατοχής πήρε μέρος στην Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ και το 1945, μετά τα Δεκεμβριανά, υποστήριξε και βοήθησε νέους, αριστερούς διανοούμενους να φύγουν με υποτροφία του γαλλικού κράτους στη Γαλλία, διασώζοντάς τους από καταδίκες και το εκτελεστικό απόσπασμα.
Το υπό πορτογαλική σημαία πλοίο «Ματαρόα» είχε εκείνη τη χρονιά ταξιδέψει, μεταφέροντας κάποιες δεκάδες υποτρόφων, που οι περισσότεροι εξελίχθηκαν σε κορυφαίες φυσιογνωμίες, ο καθένας στον τομέα του: Σβορώνος, Μακρής, Καστοριάδης, Ζενέτος, Ξενάκης, Κρανάκη, Αξελός.

Στο Γαλλικό Ινστιτούτο τον διαδέχθηκε το 1945 ο Οκτάβιος Μερλιέ, του οποίου ο Μιλλιέξ παρέμεινε στενός συνεργάτης έως το 1959, χρονιά κατά την οποία διορίστηκε στη Λευκωσία για να οργανώσει την πρώτη γαλλική μορφωτική αποστολή στην Κύπρο, όπου και παρέμεινε για 12 χρόνια. Δημιούργησε το Γαλλικό Μορφωτικό Κέντρο στη Λευκωσία και τμήματα της Alliance Francaise σε όλες τις πόλεις της Κύπρου.

Φίλος του Μακάριου, αγωνίστηκε με πάθος για δικαιώματα του κυπριακού λαού. Το 1971 διορίστηκε διευθυντής του Γαλλικού Μορφωτικού Κέντρου της Γένοβας στην Ιταλία και παράλληλα εισήγαγε τη διδασκαλία της νεοελληνικής στο ιταλικό Πανεπιστήμιο της Γένοβας. Το 1975 επέστρεψε στην Ελλάδα.

Σε όλη του τη ζωή έδωσε πολλές διαλέξεις, δημοσίευσε άρθρα και μελέτες, προβάλλοντας στη Γαλλία, την Κύπρο και το Κυπριακό, τον αντιστασιακό αγώνα της Ελλάδας κατά των μαζί, όπως τον έζησε έχοντας πάντα στο πλευρό του τη γυναίκα του, Τατιάνα.

Μαζί πέτυχαν μια σημαντική δωρεά έργων τέχνης στην Εθνική Πινακοθήκη από κορυφαίους καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων ο Πικάσο, ο Μπρακ, ο Ματίς και πολλοί άλλοι.
Ο Ροζέ Μιλλιέξ εξελέγη το 1982 αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, όπως και της πατρίδας του, της Μασσαλίας, και το 1986 ανακηρύχθηκε επίτιμο μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.

Συλλυπητήρια μηνύματα απέστειλαν μεταξύ άλλων, εκπρόσωποι της πολιτικής ηγεσίας της χώρας.

Η γαλλική πρεσβεία και το Γαλλικό Ινστιτούτο της Αθήνας εξέφρασαν σε συλλυπητήριο τηλεγράφημά τους «τη βαθιά τους θλίψη για το θάνατο του μεγάλου φιλέλληνα, πανεπιστημιακού, συγγραφέα και θερμού υποστηρικτή των ελληνογαλλικών σχέσεων, Ροζέ Μιλλιέξ».
Τη βαθύτατη θλίψη της κυπριακής κυβέρνησης και του κυπριακού λαού για το θάνατο του Ροζέ Μιλλιέξ εξέφρασε σε γραπτή δήλωσή του ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Τάσσος Παπαδόπουλος.
Ο κ. Παπαδόπουλος επισήμανε ότι ο Μιλλιέξ, '«μια εξέχουσα φυσιογνωμία των γραμμάτων και του πολιτισμού, ταυτίστηκε με την πνευματική Κύπρο και συνέβαλε στην ενδυνάμωση των πολιτιστικών δεσμών μεταξύ Κύπρου και Γαλλίας».
«Ο θάνατός του» προσέθεσε, «στερεί το νησί μας από έναν ειλικρινή λάτρη της πολιτισμικής του παράδοσης και δημιουργίας και από έναν ένθερμο υποστηρικτή των δικαίων και δικαιωμάτων του».
Πηγή: voiceofgreece.gr
Κρανάκη, Μιμίκα Ι. | Kranaki, Mimika I.


Σύντομη βιογραφία: Μιμίκα Κρανάκη (1922-2008). Η Μιμίκα (Δήμητρα) Κρανάκη γεννήθηκε στη Λαμία, κόρη του αξιωματικού Ιωάννη Κρανάκη και της Δέσποινας το γένος Μακροπούλου -αδερφής των Ιωάννη Μακρόπουλου, υπουργού της αντιβενιζελικής παράταξης και Δημητρίου Μακρόπουλου, μεγαλοεπιχειρηματία-, η οποία πέθανε όταν η συγγραφέας ήταν τεσσάρων χρόνων. Τα παιδικά της χρόνια πέρασε στην Αθήνα κοντά στους αδερφούς της μητέρας της. Φοίτησε στο Παρθεναγωγείο του Ελληνικού Εκπαιδευτικού Συνδέσμου και στο Αρσάκειο και σπούδασε νομική και πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1937-1942) και πιάνο και αρμονία στο Ωδείο Αθηνών (1942-1945). Κατά τη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας συνελήφθη για συμμετοχή σε αντιδικτατορικές εκδηλώσεις (1937 και 1939), ενώ κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής οργανώθηκε στο ΕΑΜ και στη συνέχεια στο Κ.Κ.Ε., από όπου διαγράφτηκε το 1947 μαζί με τους Κώστα Παπαϊωάννου και Άδωνι Κύρου. Τον Δεκέμβριο του 1945 ανέβηκε, μαζί με άλλους νέους Έλληνες επιστήμονες και καλλιτέχνες, στο πλοίο "Ματαρόα" και με τη βοήθεια υποτροφίας του Γαλλικού Ινστιτούτου έφυγε για τη Γαλλία. Έκτοτε έζησε στο Παρίσι, όπου σπούδασε φιλοσοφία με υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης, πραγματοποίησε έρευνα στο C.R.N.S. (1949-1957), και μετά από την εκπόνηση της διδακτορικής διατριβής της με τίτλο "Emil Lask et le neocantisme" εργάστηκε ως καθηγήτρια γερμανικής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Nanterre (1967-1985) και απέκτησε τη γαλλική υπηκοότητα. Υπήρξε επίσης συνεργάτιδα του τηλεοπτικού σταθμού "France - Culture". Παντρεύτηκε το συγγραφέα και καθηγητή φιλοσοφίας Yvon Belaval, από τον οποίο χώρισε το 1967. Στο χώρο των γραμμάτων πρωτοεμφανίστηκε το 1933 με δημοσιεύσεις ποιημάτων στο περιοδικό "Διάπλασις των Παίδων", ενώ το 1944 και το 1945 δημοσίευσε δύο κοινωνιολογικές μελέτες στο Αρχείο Κοινωνιολογίας και Θεωρίας των Επιστημών. Το 1947 εξέδωσε στην Αθήνα το μυθιστόρημά της "Contre temps" (γραμμένο στο ελληνικά στο Παρίσι) και τρία χρόνια αργότερα τη συλλογή από νουβέλες "Τσίρκο". Μετά την εγκατάστασή της στο Παρίσι πραγματοποίησε δημοσιεύσεις, μεταφράσεις και εκδόσεις στα γαλλικά. Η τελευταία της εμφάνιση στο χώρο της ελληνόφωνης λογοτεχνίας πραγματοποιήθηκε το 1993 με την έκδοση του μυθιστορήματος "Φιλέλληνες" ("Είκοσι τέσσερα γράμματα μιας Οδύσσειας"). Το 2003 στο περιοδικό "Διαβάζω", και στη συνέχεια το 2004, σε μορφή βιβλίου, εξέδωσε δώδεκα αυτοβιογραφικά κείμενα με τίτλο "Αυτογραφία" (εκδ. Ίκαρος). Η Μιμίκα Κρανάκη ανήκει στους έλληνες πεζογράφους της μεταπολεμικής γενιάς, ειδικότερα σ’εκείνους που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Ελλάδα λόγω πολιτικών φρονημάτων και έκτοτε έζησαν ή ζουν σε χώρες της Ευρώπης. Το ελληνόφωνο πεζογραφικό έργο της κινείται στα όρια ανάμεσα στη ρεαλιστική και τη νεωτερική γραφή με έντονη παρουσία στοιχείων λυρικής και μουσικής διάστασης του λόγου. Στους "Φιλέλληνες", η Κρανάκη εξετάζει το θέμα της νοσταλγίας των ελλήνων διανοουμένων του εξωτερικού και της ιδιότυπης σχέσης τους με τη νεοελληνική πραγματικότητα. Πέθανε στο Παρίσι τον Απρίλιο του 2008. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία της Μιμίκας Κρανάκη βλ. χ.σ., "Κρανάκη Μιμίκα", στο "Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό", τ. 5, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1986, Κοτζιά Ελισσάβετ, "Μιμίκα Κρανάκη", στο "Η μεταπολεμική πεζογραφία· από τον πόλεμο του ’40 ως τη δικτατορία του ’67", τ. Ε΄, σ.8-25, Αθήνα, Σοκόλης, 1988 και Κούρτοβικ Δημοσθένης, "Μιμίκα Κρανάκη", στο "Έλληνες μεταπολεμικοί συγγραφείς: ένας κριτικός οδηγός", σ.130-131, Αθήνα, Πατάκης, 1995.



(Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).
Ο Καστοριάδης είχε θέσει µε ιδιαίτερη δριµύτητα το θέµα του νοήµατος αλλά και του µέλλοντος της καλλιτεχνικής δηµιουργίας πολύ προτού ξεσπάσει η διαµάχη για «την κρίση της σύγχρονης τέχνης». Η παρούσα κατάρρευση της καλλιτεχνικής δηµιουργίας είχε βαριές επιπτώσεις τόσο για το παρελθόν όσο και για το µέλλον. Για το παρελθόν, καθόσον «η ζωντανή µνήµη του παρελθόντος και ο σχεδιασµός ενός εκτιµηµένου µέλλοντος εξαφανίζονται ταυτόχρονα». Δυστυχώς, στο τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα και µέχρι σηµέρα, δεν µεσολάβησε τίποτα που να ακυρώνει τη διάγνωση του. Πολλά από τα κείµενα που περιλαµβάνονται στην παρούσα συλλογή (µε θέµα τη µουσική, τη λειτουργία της κριτικής, την τέχνη ως «παράθυρο πάνω στο χάος») προεκτείνουν τις σκέψεις του συγγραφέα σχετικά µε τις σχέσεις που υπάρχουν ανάµεσα στην πολιτισµική δηµιουργία, στη δηµοκρατική κοινωνία και στο αίνιγµα του έργου τέχνης.


Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Κορνήλιος Καστοριάδης (Κωνσταντινούπολη, 11 Μαρτίου 1922- Παρίσι, 26 Δεκεµβρίου 1997) ήταν έλληνας φιλόσοφος, οικονοµολόγος και ψυχαναλυτής. Συγγραφέας του έργου Η Φαντασιακή Θέσµιση της Κοινωνίας, διευθυντής σπουδών στην Σχολή Ανωτέρων Σπουδών Κοινωνικών Επιστηµών του Παρισιού από το 1979, και φιλόσοφος της αυτονοµίας, υπήρξε ένας από τους µεγαλύτερους στοχαστές του 20ου αιώνα. Πρωτοήρθε σε επαφή µε την µαρξιστική σκέψη και την φιλοσοφία ταυτόχρονα σε ηλικία 13 ετών, οπότε και γεννήθηκε και το ενδιαφέρον του τόσο για την σκέψη όσο και για την πολιτική. Η πρώτη ενεργός ανάµιξη και δραστηριοποίηση του στην πολιτική, ήρθε όταν επί δικτατορίας Μεταξά (1937) προσχώρησε στην ΟΚΝΕ. Ενεγράφη στο κοµµουνιστικό κόµµα και το 1941 και λίγο µετά την αρχή της κατοχής συγκρότησε µαζί µε άλλους νέους µία οµάδα που εναντιωνόταν στο σωβινιστικό προσανατολισµό του ΚΚΕ. Το 1943 προσχώρησε στην τροτσκιστική οµάδα του Σπύρου Στίνα, πράγµα που είχε ως συνέπεια τη δίωξή του όχι µόνο από τους Γερµανούς αλλά και από το ΚΚΕ. Το 1944 γράφει τα πρώτα του κείµενα για τις κοινωνικές επιστήµες και τον Μαξ Βέµπερ (Max Weber), τα οποία δηµοσιεύει στο περιοδικό Αρχείο Κοινωνιολογίας και Ηθικής.Σπούδασε αρχικά νοµικά και οικονοµικά στο Πανεπιστήµιο Αθηνών. Κατά τα Δεκεµβριανά, αποδοκίµασε την στάση του ΚΚΕ και, στη συνέχεια, µετέβη µε το πορτογαλικό πλοίο Ματαρόα από τον Πειραιά στο Παρίσι όπου έµελλε να εγκατασταθεί µόνιµα.
Θεοφάνης Τάσης: ο πολιτικός Καστοριάδης και η πολιτικοποιημένη διανόηση

Ανανέωσε το επαναστατικό πρόταγμα

Γράφει ο Τάκης Θεοδωρόπουλος
ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΙΑ ΑΝΤΙΛΗΨΗ, ΜΑΛΛΟΝ ΔΙΑΔΕΔΟΜΕΝΗ, Η ΟΠΟΙΑ
ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ ΤΟΝ ΚΟΡΝΗΛΙΟ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗ ΩΣ ΤΟΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ
ΤΩΝ ΜΟΪΚΑΝΩΝ. Ή ΜΑΛΛΟΝ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΩΣ ΤΗ
ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΜΑΧΗΤΙΚΗ ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΜΙΑΣ ΠΡΩΗΝ ΕΞΕΓΕΡΜΕΝΗΣ
ΔΙΑΝΟΗΣΗΣ ΠΟΥ, ΤΙΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ, ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ
ΞΕΡΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΚΑΤΑΘΕΤΕΙ ΤΑ ΟΠΛΑ
Είναι προφανές πως ο γεννημένος το 1922 στην Κωνσταντινούπολη διανοητής, ο οποίος στα δεκαπέντε του χρόνια ήταν ήδη μέλος της νεολαίας του Κομμουνιστικού Κόμματος, για να προσχωρήσει το 1943 στην τροτσκιστική ομάδα του «επαναστάτη Σπύρου Στίνα», δεν μπορούσε να διανοηθεί μια ζωή εκτός πολιτικής. Επικηρυγμένος από την ελληνική κυβέρνηση το 1945, υπότροφος όμως της γαλλικής χάρη στον Οκτάβιο Μερλιέ, θα ταξιδέψει μαζί με τον Παπαϊωάννου, τον Αξελό, τον Ξενάκη, την Κρανάκη και άλλους «Ματαρόα» και θα εγκατασταθεί στο Παρίσι, όπου το 1948 θα ιδρύσει το περιοδικό «Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα».
Για την ίδρυση του περιοδικού μιλάει ο ίδιος στην Άνοδο της ασημαντότητας:
«Το φθινόπωρο του 1948, όταν οι τροτσκιστές απεύθυναν στον Τίτο που τότε τα είχε χαλάσει με τη Μόσχα, την τερατώδη αλλά και γελοία πρόταση να σχηματίσουν μαζί του ένα ενιαίο μέτωπο, αποφασίσαμε να κόψουμε τις σχέσεις μας με το τροτσκιστικό κόμμα και ιδρύσαμε την ομάδα και το περιοδικό Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα». Στο μεταπολεμικό Παρίσι, το οποίο ακτινοβολεί ως πρωτοπόρο στην ευρωπαϊκή πνευματική ζωή ακόμη, όπου ηγεμονεύει ο Σαρτρ με τον νομιμόφρονα φιλοσοβιετισμό του, ο Καστοριάδης και ο κύκλος του περιοδικού συμπεριφέρονται σαν τις μύγες μες στο γάλα. Η κριτική της σοβιετικής γραφειοκρατίας, ως εγγενούς χαρακτηριστικού του συστήματος και όχι απλώς ως παρεκτροπής ή λανθασμένης εκτίμησης εκ μέρους ορισμένων, και η προβολή των ιδεών της αυτοδιαχείρισης μοιάζουν με κατάθεση αγωγής διαζυγίου- διάλυση του ώς τότε μάλλον προφανούς γάμου ανάμεσα στην οποιαδήποτε επαναστατική προοπτική και την καθιερωμένη κομμουνιστική ορθοδοξία.
Το περιοδικό μπορεί να σταμάτησε να εκδίδεται το 1965, ο Καστοριάδης μπορεί να άρχισε να ασχολείται επαγγελματικά με την ψυχανάλυση, όμως ουδέποτε σταμάτησε να διεκδικεί έναν ρόλο για την εξέγερση στις κοινωνίες του καιρού μας. Σήμερα, έντεκα χρόνια μετά τον θάνατό του, όσοι προσεγγίζουν το έργο του, και είναι όλο και περισσότεροι, βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα δίλημμα όχι και τόσο απλό.
Μπορεί μια τόσο πλούσια και πολύπλοκη πνευματική διαδρομή να αναχθεί στην πολιτική στάση του δημιουργού της; Ή μήπως αυτονομείται από τις προθέσεις του και συνθέτει μια πνευματική πράξη η οποία διατηρεί την αξία της ανεξάρτητα από την πολιτική της βιωσιμότητα; Η ανάγνωση του έργου του Καστοριάδη από τον Θεοφάνη Τάση δίνει μια σαφή και κατηγορηματική απάντηση στο δίλημμα: ο Καστοριάδης παρέμεινε επαναστάτης ώς το τέλος, όχι μόνο γιατί «η ιδέα μιας καινούργιας επαναστατικής ομάδας τού τριβελίζει μέχρι τέλους το μυαλό», αλλά γιατί ως σύγχρονος Σωκράτης, ώς την τελευταία στιγμή, αναζητά κάποιο πολιτικό αντίκρυσμα για να μπορέσει και ο ίδιος να αποτιμήσει τη σκέψη του.

Πτυχιούχος Φυσικής και Φιλοσοφίας ο Θεοφάνης Τάσης μας παραδίδει ένα ολοκληρωμένο πορτρέτο του πολιτικού Καστοριάδη, δέκα χρόνια μετά τον θάνατο του συγγραφέα της «Φαντασιακής θέσμισης της κοινωνίας» Με το όραμα της αυτοθεσμιζόμενης κοινωνίας

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ


"TA NEA" Σάββατο, 5 Απριλίου 2008
Αρ. Φύλλου: 19.101
Σελίδα: NEA_0504_034_K_272584
Αυτό το κείμενο εκτυπώθηκε από ΤΑ ΝΕΑ Online, στο http://www.tanea.gr/article.aspx?d=20080405&nid=8081566
Copyright © ΤΑ ΝΕΑ 1996-2006 Lambrakis Press
ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ


Ο Κορνήλιος Καστοριάδης παρέμεινε επαναστάτης ώς το τέλος, όχι μόνο γιατί η ιδέα μιας καινούργιας επαναστατικής ομάδας τού τριβέλιζε μέχρι τέλους το μυαλό, αλλά γιατί ως σύγχρονος Σωκράτης, ώς την τελευταία στιγμή, αναζητούσε κάποιο πολιτικό αντίκρυσμα για να μπορέσει και ο ίδιος να αποτιμήσει τη σκέψη του Γεννημένος στο Μόναχο το 1976, πτυχιούχος Φυσικής και Φιλοσοφίας, διδάκτωρ του Freie Universitat Βerlin, δραστηριοποιημένος των κινητοποιήσεων της Γένοβας, ο Θεοφάνης Τάσης, μας παραδίδει ένα πλήρες πορτρέτο του «πολιτικού Καστοριάδη» και συγχρόνως, μέσω αυτού, ένα ολοκληρωμένο ιχνογράφημα του ρόλου της πολιτικοποιημένης διανόησης στις μέρες μας.
Και δεν αναφέρομαι βέβαια στα εμφανή στοιχεία αυτής της στάσης, όπως είναι η κατά μέτωπον σύγκρουση με τον μαρξισμό. Σύγκρουση η οποία εντοπίζεται στη διαπίστωση ότι ο μαρξισμός αδυνατεί να ερμηνεύσει το γραφειοκρατικό φαινόμενο, όπως αδυνατεί να ερμηνεύσει τη σύγχρονη οικονομική πραγματικότητα και υποβαθμίζει, λόγω μιας μεταφυσικής αντίληψης της Ιστορίας, την ανθρώπινη δημιουργικότητα. Στα εμφανή στοιχεία του πολιτικού Καστοριάδη θα πρέπει να εντάξουμε και την αντιμετώπιση του Φρόυντ. Κατά τον Τάση, ο Καστοριάδης, ως ψυχαναλυτής, θα πρέπει να τοποθετηθεί στο ρεύμα της υπαρξιακής ψυχοθεραπείας για το οποίο «κεντρικό χαρακτηριστικό τής ψυχής είναι η αναζήτηση του νοήματος σ΄ έναν κόσμο που δεν διαθέτει νόημα».
Ένας κόσμος που δεν διαθέτει νόημα, αφού ούτε η θρησκεία ούτε τα μεγάλα φιλοσοφικά συστήματα ούτε η επιστήμη μπορούν να τον συλλάβουν στο σύνολό του, ένας κόσμος που δεν υπάρχει έξω από το «ριζικό φαντασιακό»- καστοριαδικός νεολογισμός-, έξω από τη δημιουργική δράση που επιτρέπει στην κοινωνία να προσδιορίζεται με βάση την αυτονομία. Και, πάντα κατά τον Τάση, μέσω αυτής της βλέψης για αυτονομία «ο Καστοριάδης επιτυγχάνει να ανανεώσει το επαναστατικό πρόταγμα συνεισφέροντας καθοριστικά σε μια σύγχρονη κριτική πολιτική φιλοσοφία».


"TA NEA" Σάββατο, 5 Απριλίου 2008
Αρ. Φύλλου: 19.101
Σελίδα: NEA_0504_034_K_272584
Αυτό το κείμενο εκτυπώθηκε από ΤΑ ΝΕΑ Online, στο http://www.tanea.gr/article.aspx?d=20080405&nid=8081596
Copyright © ΤΑ ΝΕΑ 1996-2006 Lambrakis Press